Κλεπά.


Η Κλεπά είναι κεφαλοχώρι του Δήμου Πλατάνου Αιτωλοακαρνανίας και βρίσκεται στα βορειοδυτικά της επαρχίας Ναυπακτίας, στην καρδιά των Κραβάρων, χτισμένη στη βορινή όχθη του ποταμού Ευήνου. Είναι κτισμένη σε υψόμετρο 800 μέτρων, τριγυρισμένη από τα βουνά Κοκκινιά (1832 μ.), Καραβάκι (1547 μ.) και Ξεροβούνι (1415 μ.).
« Σταυραδερφή του Κοκκινιά του Φίδαρη κουμπάρα…» την αναφέρει ο Γεώργιος Αθάνας. Συνδέεται οδικά τόσο με την Ναύπακτο και το Θέρμο, όσο και με το Καρπενήσι και την Λαμία. Έχει περίπου 300 μόνιμους κατοίκους. Αποτελείται από τρεις συνοικίες (Πάνω, Κάτω και Μεσαίο Μαχαλά) χτισμένους αμφιθεατρικά γύρω από το μικρό ποταμό Μέγα Ρέμα.
Την ονομασία του το χωριό την οφείλει πιθανόν στη Σλαβική ρίζα του, που σημαίνει «τόπος ευήλιος». Σύμφωνα όμως με τις προφορικές παραδόσεις, το όνομα του χωριού μπορεί και να οφείλεται στον Απόστολο Κλεώπα που πέρασε από την περιοχή και ίδρυσε Εκκλησία στη θέση που σήμερα βρίσκεται η Κλεπά. Στην περιοχή έχουν βρεθεί αρκετά νομίσματα ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, μία επιγραφή «ΛΥΚΟΡΤΑ ΧΑΙΡΕ», ένα χρυσό φίδι και αρκετοί τάφοι που μαρτυρούν την παρουσία ανθρώπων από την αρχαία εποχή. Από ερευνητές αναφέρεται η ύπαρξη παλαιοχριστιανικού ναού στην Κλεπά στη θέση Κεραμυδιάδες. Πιθανολογείται ότι πρόκειται για τον Αϊ - Δημήτρη στα ερείπια του οποίου χτίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας άλλος ναός, του οποίου χαλάσματα σώζονται μέχρι σήμερα. Το 1763 έως το 1770 οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν στους Τούρκους το βαρύ φορολογικό χρέος. (όπως αναφέρεται σε έγγραφο από το Αρχείο του Αλή Πασά, η Κλεπά «εχάλασε από μπόρση το πολύ όπου εχρώσταγε το χωριό...» ) Κατά την Επανάσταση του 1821 οι κάτοικοι του χωριού έλαβαν ενεργό μέρος σε αυτή. Ευρισκόμενοι σε θέση φύσει οχυρά, έχοντες δε σε κάθε στιγμή στη διάθεσή τους κρησφύγετα τους απόκρημνους βράχους και τα σπήλαια, που αφθονούν στην περιοχή, ήταν ήδη έτοιμοι όχι απλώς να αποτινάξουν τον ζυγό του τυράννου, τον οποίο ουσιαστικά ποτέ δεν έζησαν, αλλά να αναλάβουν επιθετική ενέργεια και να βοηθήσουν τους κατοίκους άλλων περιοχών της Ναυπακτίας, Τριχωνίδας και Φθιώτιδας. Από την αρχή είχαν ταχθεί στις διαταγές του οπλαρχηγού Ανδρίτσου Σαφάκα, που καταγόταν από την Αρτοτίνα. Το κείμενο της συμφωνίας της ένταξης των κατοίκων υπό τον οπλαρχηγό σώζεται στο αρχείο του τελευταίου. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, οι κάτοικοι έδιναν πλήρη εξουσία στον Σαφάκα και δικαιώματα, υπόσχονταν δε ότι θα καταβάλλουν μηνιαίως 400 γρόσια για την κάλυψη των αναγκών του Σώματός του. Από το ίδιο αρχείο πληροφορούμαστε ότι ο Καραϊσκάκης είχε στην Κλεπά στρατόπεδο γυναικών, πιθανόν αιχμαλώτων συζύγων επισήμων Τούρκων, για τις οποίες ζητούσε λύτρα. Ανατολικά της Κλεπάς ευρίσκεται ο ονομαστός "Βράχος της Κλεπάς". Εδώ ο Σαφάκας κλείστηκε το 1823, όταν οι Αρβανίτες του Σκόντρα Πασά είχαν φθάσει στην περιοχή μετά τη μάχη της Καλιακούδας και το θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη. Από το χωριό πέρασαν πολλές φορές οι Σουλιώτες Τζαβέλας και Φωτομάρας, καθώς και ο Καραϊσκάκης με το Σώμα του. Πολλοί Κλεπαϊτες πήραν μέρος στους αγώνες για ανεξαρτησία ως αξιωματικοί ή απλοί στρατιώτες με τους καπεταναίους των κραβάρων. Οι Κλεπαϊτες με τον καπετάν Κωσταντή Πρωτόπαπα (Κοτίνη) και τον Παπαχαράλαμπο Κλεπαγίτη πρωτοστάτησαν και το καπετανιλίκι των Κραβάρων περιήλθε στον καπετάν Σιαφάκα από την Αρτοτίνα. Η Κλεπά με 80 οικογένειες στις πρώτες εκλογές τις 19-5-1829 είχε το μεγαλύτερο εκλογικό πληθυσμό 55 αντιπροσώπους και εξέλεξε 2 εκλέκτορες. Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής έντονη παρουσία στην Εθνική Αντίσταση είχε ο Κλεπαϊτης πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΛΑΣ Καπετάν Κικίτσας (Σαράντης Πρωτόπαπας).
Η Κλεπά μετά την απελευθέρωση του 1821 άνηκε αρχικά στην επαρχία Κραβάρων. Το 1833 στην επαρχία Ναυπακτίας, το 1835 στο Δήμο Αραχόβης, το 1836 στο Δήμο Προσχίου, το 1868 έως το 1912 στο Δήμο Κλεπαϊδος. Πρωτεύουσα του Δήμου Κλεπαΐδος ήταν η Κλεπά και περιελάμβανε τα χωριά Κλεπά, Αράχωβα, Νεοχώρι, Δενδροχώρι (πρώην Τέρνοβα), Λιβαδάκι (πρώην Αβώρανη), Διπλάτανο (πρώην Τερπίτσα) και Περδικόβρυση (πρώην Σινίστα)]. Από το 1912 έως την αναγκαστική συνένωση των κοινοτήτων (Καποδίστριας) αποτελούσε την Κοινότητα Κλεπάς. Τώρα είναι ένα από τα δώδεκα (12) Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Πλατάνου. Η Κλεπά διαιρείται σε δύο ενορίες. Η κάθε ενορία έχει από έναν μεγαλοπρεπή ναό. Η μια ενορία του Κάτω Μαχαλά, έχει το ναό των Αγίων Παμμεγίστων Ταξιαρχών, ο οποίος διαθέτει ένα περίφημο εικονοστάσιο έργο του 1901, φτιαγμένο από ξύλο καρυδιάς σκαλισμένο αρμονικά με συμπλέγματα χρυσού, αποτελούμενο από λαμπρές εικόνες. Η άλλη ενορία του Πάνω Μαχαλά έχει το ναό του Αγίου Γεωργίου, με την εντυπωσιακή αρχιτεκτονική του και το εντυπωσιακό καμπαναριό του.
Οι προσπάθειες των κατοίκων της Κλεπάς για ίδρυση και λειτουργία σχολείου αρχίζει αμέσως μετά την απελευθέρωση απο τους Τούρκους. Τα κατάφεραν το 1842 όταν λειτούργησε το πρώτο Δημοτικό Σχολείο στην περιοχή. Παλιά υπήρχαν και λειτουργούσαν δυο δημοτικά ένα στην Άνω Κλεπά και ένα στην Κάτω Κλεπά.
Η Κλεπά ήταν έδρα αστυνομικού σταθμού που λειτουργούσε μέχρι το 1940.
Η φύση απλόχερα διέθεσε στην Κλεπά εκτός από τη φυσική της ομορφιά και άφθονα νερά. Το Μέγα ρέμα με τις πηγές στον Αϊ- Γιάννη χωρίζει την Κλεπά στα δύο, στην Άνω Κλεπά (Μαχαλάς) και στην Κάτω Κλεπά. Ο Γκερμές στην Κάτω Κλεπά και το Μαχαλιώτικο ρέμα στην Άνω Κλεπά συμπληρώνουν μαζί με τις πηγές της Μεγάλης Βρύσης, της Βρυσούλας, των Κωσταντάμπελων, του Πύργου, του Φώτη-βρύση, της Μουντονίτσας και πάρα πολλών μικρότερων το υδάτινο σύστημα του χωριού προσφέροντας στη μακραίωνη ιστορία του ζωή αλλά και πλούτο. Παλαιότερα υπήρχαν πολλοί νερόμυλοι στο χωριό. Ένας από τους τελευταίους που λειτουργεί ακόμα και σήμερα βρίσκεται στο Μέγα Ρέμα.
Στην Κλεπά βρίσκεται το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης οξιάς στην Ευρώπη ενώ στην ευρύτερη περιοχή τα δάση είναι φυσικά και πυκνά και αποτελούνται από έλατα, βελανιδιές, πλατάνια και καστανιές. Η Κλεπά διαθέτει πολλές πηγές και έχει θέα προς τη Λίμνη του Εύηνου.Στα δάση της, ζουν ο Λύκος, το Ζαρκάδι, το Αγριογούρουνο, ο Αγριόγατος, η Αλεπού, ο Ασβός, η Νυφίτσα, το Κουνάβι, ο Σκίουρος, ενώ στη ευρύτερη περιοχή έχει επανεμφανισθεί και η Αρκούδα. Στα βουνά της φωλιάζουν μεγάλα και σπάνια αρπακτικά όπως ο Χρυσαετός, ο Φιδαετός, η Ποντικοβαρβακίνα, ο Πετρίτης, το Διπλοσάϊνα, το Ξεφτέρι, ο Βραχοκιρκίνεζο, ο Μπούφος, η Τυτώ κ.α. Στα παραποτάμια δάση της περιοχής την άνοιξη βρίσκουν καταφύγιο τα Αηδόνια, οι Κούκοι, τα Κοτσύφια, οι Παπαδίτσες. Μέσα στα πυκνά δάση βρίσκουν καταφύγιο οι Δρυοκολάπτες, τα Παρδαλοτσικλιτάρα, Μεσοτσικλιτάρα, Λευκονωτοτσικλιτάρα. Επίσης έχουν καταγραφεί και μερικά Στρουθιόμορφα, όπως ο Βραχοτσοπανάκος, η Ασπροκωλίνα, η Σβαρνίστρα, ο Γαλαζοκότσυφας και η Κάργια. Στον Εύηνο υπάρχει επίσης μια πλούσια ιχθυοπανίδα που αποτελείται από πέστροφες, χέλια, γλανίδια, στρωσίδια, δρομίτσες, τσερούκλες και χαμοσούρτηδες. Το στρωσίδι (Barbus albanicus) είναι ενδημικό ψάρι της Ελλάδας που βρίσκεται και στα νερά του Εύηνου ενώ ο χαμοσούρτης (Barbus peloponnes peloponnesius) είναι ενδημικό υποείδος της Ελλάδος. Το 1990 βρέθηκε στον Εύηνο, ο Ευηνογωβιός (Knipowitschia panizzae) από τους ιχθυολόγους Ahnelt και Bianco. Αυτή είναι η πρώτη παρατήρηση του είδους στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον καθηγητή Ζωολογίας, του Α.Π.Θ. κ. Π. Οικονομίδη. Στα παραποτάμια δάση βρίσκει ακόμη καταφύγιο ένας μικρός πληθυσμός από βίδρες (Lutralutra).
Το γεφύρι της Κλεπάς γεφυρώνοντας τον Εύηνο, έφερνε σε επικοινωνία τους κα­τοίκους της Κλεπάς και της περιοχής της, με τα απέναντι χωριά: τα Κρυονέρια, την Ελατόβρυση, κ.ά. Θεωρείται το στενό αυτό του Ευήνου, πύλη από την Ευρυτανία στην Αιτωλία: Από εδώ εισέβαλε το φθινόπωρο του 1823 ο Μουσταή Πασάς της Σκόδρας, αφού είχε συγκρουστεί στο Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου με τον Μάρκο Μπότσα­ρη με τα γνωστά αποτελέσματα. Εδώ από πάνω, στα απρόσιτα βράχια της «Αποκλείστρας» της Κλεπάς, είχε καταφύγει τότε o κόσμος και γλίτωσε. Σήμερα εκεί καταφεύγουν και φωλιάζουν πάμπολλα γεράκια και αετοί, δείγμα υγείας του τοπικού οικοσυστήματος.
Πρόκειται για γέφυρα με χαμηλωμένο τόξο. Το άνοιγμα της είναι 10,42 μ, το βέλος του τόξου 3,56 ± 0,01 μ., ενώ το εσωράχιο βρί­σκεται περίπου 12,60 μ. πάνω από την κοίτη. Το κατάστρωμα καταστρώ­θηκε οριζόντιο. Το κατασκευαστικό του πλάτος μετρήθηκε 3,04 μ. περιο­ρίζεται δε από δύο υποδειγματικά λαξευμένα λίθινα στηθαία, συχνά ολόλιθα πλάτους 0,32 ή 0,34 μ. και ύψους 0,53μ. έως 0,64 μ. Στη βάση των στηθαίων προβάλλει κατά 0,18 μ. πέτρινος κοσμίτης πάχους (ύψους) 0,23 μ. και το μέτωπο του τόξου προβάλλει ελαφρά λίγα εκατοστά: Απο­τελείται από μεγάλους θολίτες μήκους 0,70 μ. με περιτένεια γύρω και κύ­φωση ενδιάμεσα. Από το ίδιο γκρίζο ασβεστολιθικό υλικό κτίστηκαν και οι τοίχοι («τύμπανα») των προσώπων της γέφυρας, με πέτρες επιτηδευμέ­να και με κύφωση λαξευμένες. Το έργο χρονολογείται σύμφωνα με δημο­σιογραφικές πληροφορίες στα 1885 και κατασκευάστηκε χάρη στις ενέρ­γειες του βουλευτή Ν. Καλαντζόπουλου. Πάντως στα 1890 υπήρχε, κα­θώς τότε το αναφέρει ο Ανδρέας Καρκαβίτσας. Η καλολαξευμένη αυτή γέ­φυρα σώζεται μέχρι σήμερα σε άριστη κατάσταση.
Δραστήριοι οι κάτοικοι του χωριού από παλιά, δεν δίσταζαν τόσο στη γεωργία , όσο και στην κτηνοτροφία να αναζητούν βελτιωμένες ποικιλίες αγροτικών ειδών και βελτιωμένες ράτσες ζώών. Ενδεικτικά αναφέρουμε την εκτροφή μεταξοσκώληκα για την παραγωγή μεταξιού, την αμπελουργία (μοναδική η ποικιλία Κλεπαϊτικο), την καπνοκαλλιέργεια, τις βελτιωμένες ποικιλίες καρυδιάς και οπωροφόρων καθώς και τις βελτιωμένες ράτσες στην οικόσιτη και κοπαδιαστή κτηνοτροφία.Σήμερα οι ελάχιστοι νέοι κάνουν τα πρώτα βήματα στη βιολογική εκτροφή ζώων. Διαχρονικά οι Κλεπαϊτες συνεχίζουν έστω και λίγοι την προσπάθεια της Τοπικής Φιλοδασικής Ένωσης (1925) για την προστασία του περιβάλλοντος και πρωτοστατούν σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες. Ενδιαφέρονται για το χωριό τους και απ' όπου κι αν βρίσκονται αναπολούν την αλλοτινή ζωντάνια του. Οι λίγοι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού - ηλικιωμένοι οι περισσότεροι - περιμένουν την «ανάπτυξη» και τα οφέλη από την ανύπαρκτη για την περιοχή τους «τουριστική πολιτική». Οι επισκέπτες εκτός από τη φυσική ομορφιά θα νοιώσουν την κλεπαΐτικη φιλοξενία, θα απολαύσουν κόκκινο κρασί και θα γευτούν νοστιμιές από ντόπια προϊόντα.
Σημεία που αξίζει να επισκεφτούμε:
-Το ποτάμι μας, ο Εύηνος με τα τρία φαράγγια που δημιουργεί : στην Κλεπά, στην Κόνισκα και στο Πόρο.
-Το Μέγα Ρέμα που χωρίζει την Κλεπά στα δύο, στην Άνω Κλεπά (Μαχαλάς) και στην Κάτω Κλεπά.
Δρακοσπηλιά που βρίσκεται στο ξεροβούνι καθώς και η κορυφή «Κούκουρος» κατάλληλη για πεζοπορία εικοσιπέντε (25) λεπτών περίπου μέσα στο ελατοδάσος.
Γαβαθότρυπα στην Κοκκινιά ένα σπήλαιο με σταλακτίτες και σταλαγμίτες.
-Οι Αερότρυπες στη Μεγάλη Σάρα και η Αχνότρυπα που βρίσκεται κοντά στο εξωκλήσι του Αϊ-Λιά.
-Οι θέσεις για παρατήρηση και θέαση από τον Αϊ- Λια, το Κόκκινο χωράφι, ο Κούκουρος, η κορυφογραμμή Κοκκινιάς, η Αγία Παρασκευή κ.ά.
ιστορικός Βράχος: Τα Βράχια της Κλεπάς θα είχε υπ' όψη του ο Θ. Πετσάλης όταν έγραφε το ιστορικό του μυθιστόρημα "οι Μαυρόλυκοι" "... 'Ενας βράχος απάνω στον άλλο, δίπλα στον άλλο, πίσω απ` τον άλλο, βράχια, βράχια ακατάστατα, μυτερά, κοφτερά, στραβά, αταίριαστα, όρθια, πλαγιαστά, κρεμασμένα σαν δόντια, σαν καρφιά, σαν μαχαίρια. Κι ύστερα μια κατεβασιά, μια σάρα απότομη, όλο στουρνάρια και χαλίκι...." Τα βράχια αυτά που καλύπτουν σχεδόν ολόκληρο το Νότιο τμήμα του Ξεροβουνιού ήταν στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης το φυσικό καταφύγιο, που έβρισκαν προστασία και ασφάλεια οι κάτοικοι των χωριών των άνω Κραβάρων. Ξεκινάνε από την κορυφή του βουνού και καταλήγουν σχεδόν κάθετα κάτω χαμηλά στα στενά του Φίδαρη. Πολλά μέρη αυτού του φυσικού καταφυγίου είναι δυσπρόσιτα και είναι πολύ δύσκολο να μπει κάποιος μέσα αν δεν γνωρίζει ακριβώς τις εισόδους ενώ κάποια άλλα είναι απάτητα. Μέσα σε αυτά τα βράχια κλείστηκαν πολλές φορές οι κάτοικοι των γύρω χωριών την περίοδο της τουρκοκρατίας για να αποφύγουν τον κατακτητή. Σήμερα υπάρχουν ακόμη τοπωνύμια που έχουν σχέση με την ιστορική αυτή μαρτυρία, όπως Ταμπούρια, Αποκλείστρα, Κρύφτρες κ.ά. Τα Βράχια αυτά μαζί με τα απέναντι και τα βράχια του Εύηνου κάνουν ένα καταπληκτικό φαράγγι που ξεκινάει από την κατεστραμμένη σιδερογέφυρα στο Δενδροχώρι και καταλήγει στην πέτρινη γέφυρα στα Στενά της Κλεπάς.
-Εξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου:Ένα πολύ όμορφο ξωκλήσι που πρώτο συναντάμε στην Κάτω Κλεπά ανηφορίζοντας από τη γέφυρα στο ποταμό Εύηνο είναι ο Άγιος Αθανάσιος χτισμένος ανάμεσα σε υπεραιωνόβια δέντρα (δρυς).
-Εξωκλήσι της Παναγιάς: Στον Κάτω Μαχαλά βρίσκουμε επίσης και το μικρό εκκλησάκι της Παναγιάς που σώθηκε από τη μεγάλη κατολίσθηση που έγινε στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα. Από την επιγραφή του φανερώνεται ότι χτίστηκε το 1811 και είναι ένα από τα αρχαιότερα του χωριού. Στην είσοδο της Παναγιάς συναντάμε και τον τάφο του στρατηγού Χαράλαμπου Γραβάνη που ήταν γραμματέας στο Στρατοδικείο της δίκης των Έξι.
-Εξωκλήσι του Αϊ - Λια: Στον Κάτω Μαχαλά έχουμε και το εξωκλήσι του Αϊ - Λια που είναι χτισμένο στην κορυφή λόφου με καταπληκτική θέα προς τα Βαρδούσια και τα γύρω βουνά.
-Εξωκλήσι του Αϊ - Γιάννη: Αξίζει μια εκδρομή στον Αϊ - Γιάννη που περικλείεται από αιωνόβια πλατάνια και μια σπηλιά από την οποία βγαίνει νερό, είναι ένας χώρος αναψυχής φτιαγμένος μέσα σε μια ρεματιά. Εδώ έχει γίνει και η υδρομάστευση που δίνει νερό στην Κάτω Κλεπά.
-Εξωκλήσι του Αγίου Νικολάου: Στον ιστορικό βράχο της Κλεπάς υπάρχουν σήμερα απομεινάρια από το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου.
-Εξωκλήσι των Αγίων Αποστόλων: Το εξωκλήσι των Αγίων Αποστόλων ήταν τόπος συγκέντρωσης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας όλων των χωριών των Άνω Κραβάρων.
-Εξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου: Ο Άγιος Δημήτριος, λέγεται ότι χτίστηκε στα ερείπια παλαιοχριστιανικού ναού.
-Εξωκλήσια της Αγίας Παρασκευής και της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος: Η Αγία Παρασκευή είναι χτισμένη στην κορυφή του Άνω Μαχαλά καθώς επίσης και η Μεταμόρφωση του Σωτήρος που τη συναντάμε λίγο πιο κάτω.
-Εξωκλήσια του Αϊ - Βλάση, Αγίου Γεωργίου, Αγίου Δημητρίου, Αγίου Κωνσταντίνου: Ο Άγιος Βλάσιος βρίσκεται στη Μεσαία Συνοικία ενώ ο Άγιος Γεώργιος είναι ένα ακόμα ξωκλήσι του Άνω Μαχαλά. Τέλος έχουμε τα εξωκλήσια του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Κωνσταντίνου που βρίσκονται στον Κάτω Μαχαλά.